Ξύπνησα και άκουσα μια φωνή: «βρέχει».
Όχι ρε άπαυτέ μου! Έχω να πάω για αλλαγή γάζας στον χειρούργο.
Και φυσικά πρέπει να οδηγήσω το μηχανάκι που αν είχε στόμα κι αυτό να μιλήσει, θα μου έλεγε να το παρατήσω στην ησυχία του. Τελικά εγώ ζω ακτιβιστικά.
Έβαλα νερό στο μπρίκι, ανακάτεψα τον καφέ, τον έβαλα στην αγαπημένη μου λευκή πορσελάνινη κούπα και κατευθύνθηκα προς το σαλόνι παρακαλώντας να σταματήσει η βροχή. Μάταια. Ντύθηκα, φόρεσα το καινούργιο μου μπουφάν και το μωβ αδιάβροχο από πάνω και πήρα τον κατήφορο που λες.
Φτάνοντας, το νερό της βροχής είχε φιλήσει τα γόνατα μου με πάθος! Τι να σου κάνει και το χαρτομάντιλο. Εκεί ήθελε σόμπα με ξύλα μαντεμένια να την νιώσεις την θερμότητα.
Η κυρία Δ.;
Μάλιστα
Περάστε παρακαλώ για την αλλαγή.
Ούτε λεπτό δεν πήρε.
Έφυγα γρήγορα γρήγορα προς τον πεζόδρομο όπου η μυρωδιά του καφέ και του ούζου ήταν αισθητή. Δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό. Κατευθύνθηκα προς την πλατεία για ένα ούζο με μεζέ και παρέα. Μες το πρωτοβρόχι.
Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2018
Νοέμβρης του 2018
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)