Κυριακή 17 Απριλίου 2022

15 του Απρίλη.

15 του Απρίλη που με πήγε 16 και μετά 17,ξημέρωμα.
Μια αναζήτηση έκανα σε ένα όνομα μιας φίλης και μου βγήκες εσύ μέσα από το όνομα που σου είχα στείλει.
Δεν ξέρω τι έγινε.
Με τρολάρει το messenger στα σίγουρα.

Το θέμα είναι ότι έχω διαβάσει όλη την συνομιλία μας από το 2011 μέχρι σήμερα. 
Και δακρύζω που φέρθηκα τόσο ηλίθια.
Ήταν για να γίνει έτσι τελικα;
Πλήρωσες τα σπασμένα;
Μάλλον τα πλήρωσες.
Κι εγώ φέρθηκα τόσο άδικα.
Πόσο άχρηστη.

Πόσο μισώ τον εαυτό μου για να σε διώξω έτσι;
Πόσες προσπάθειες έκανες για να το κρατήσεις ζωντανό στον χρονο;
Πόσα κι άλλα πόσα κι άλλα πόσα.
Κι ούτε μια επαφή,ανθρώπινη. 
Ούτε το δικαίωμα δεν σου έδωσα,που έπρεπε να το πάρεις μόνος σου.
Να αγνοήσεις την ηλιθιότητα μου και να έρθεις να με ταρακουνήσεις. 
Να με βγάλεις απ την λήθη. 

Πόσα να έκανες όμως πια.
Σε στρέρεψα γλυκέ μου.
Κι έχεις δίκιο.
Ούτε να μου μιλάς.
Ούτε να με σκέφτεσαι.
Ούτε καν να μη γυρίσεις το βλέμμα σου πίσω.

Μπορεί και να γλίτωσες κι εσύ.
Όλοι γλιτώνουμε από κάτι.
Παντα για κάποιο λόγο γίνονται τα πράγματα.
Αλλά πάντα θα αναρωτιέμαι..
Πώς είναι η μυρωδιά σου,το βλέμμα σου,η αφή σου.
Οι μεγάλοι έρωτες δεν τελειώνουν ποτέ. Ούτε αρχίζουν.



Κυριακή 10 Απριλίου 2022

Η νόνα μου

 Ήπια το τελευταίο ποτήρι νερό στο σπίτι της γιαγιάς. Μονορούφι. 
Στέγνωσε το στόμα.
 Χτύπησε το τηλέφωνο. 

 Σήμερα νύσταζα και ξάπλωσα το μεσημέρι δύο ώρες.
Είδα ότι ήμουν έγκυος στο όνειρο μου.
Βάρος.
Αν και τα όνειρα του μεσημεριού δεν πιάνουν λέει.. που να ήξεραν.
Η πόρτα της μητέρας μου κλειστή. 
19.15. Ακόμα κοιμάται; 
Την ξυπνάω.

 Πάει στη νόνα.
Χτυπάει το τηλέφωνο μου γύρω στις 8 και.
Ντύσου να πάμε στην νόνα. Θα σου πω κάτι στενάχωρο.
Η νόνα έφυγε.
Ξέσπασα ξαφνικά σε λυγμούς.
Ξέσπασα. 

 Δεν μπορούσα να πηγαίνω.
Δεν μπορούσα να βλέπω αυτή τη γυναίκα να καταρρέει μέρα με τη μέρα,χρόνια με τα χρόνια.
 Ήταν θηρίο.
Δούλευε στα χωράφια και μετά βάρδια στο ξενοδοχείο, μέχρι αργά τη νύχτα.
Τα χέρια της γρέτζα και σκασμένα απ τις δουλειές.
Αδιάκοπα. Ακούραστη.
Με τα πόδια πολλές φορές πήγαινε κι ερχόταν αργά τη νύχτα φορτωμένη.
Σκληρή γυναίκα. 
Νόμιζες δεν είχε συναισθήματα καμία φορά. Αλλά η ζωή την έκανε έτσι.
Η ζωή της.
Ποιος ξέρει κι αυτή τι είχε μέσα της. Τι καταλάβαινε και τι διδάχθηκε από όλα αυτά. 
Μετάνιωσε για τίποτα;
Δεν μπορώ να τη ρωτήσω τωρα.
Ούτε τα τελευταία χρόνια.
Δεν μας μιλούσε. Δεν μιλούσε σε κανέναν.
Μόνο στην κόρη της καμία φορά.
Της είχε πει Ευχαριστώ. Και σ αγαπάω Μαρία μου.
Είχε μετανιώσει για πολλά με την κόρη της. Που την πάντρεψε παιδί. 
Θεός σχωρεστην .

Μπαίνω στο καντούνι.
Ανοιγω την πόρτα. 
Η μαμα μου κοντά στη γιαγιά με τη γειτόνισσα.
Με κοίταξε και έκλεισε τα μάτια.
Εβγαλε την τελευταία της ανάσα.
Εφυγε  σαν πουλί. 
Ήταν ακόμα ζεστή. 
Τα χέρια της ήταν ζεστά.
Ελπίζα να μην είχε φύγει.
Αλλά ήταν τόσο εγωιστικό. Ήταν στο κρεβάτι χρόνια.
Αδύνατη,τα μαλλάκια της που τόσο αγαπούσε δεν υπήρχαν με το  καιρό.
Ήθελε μου είχε πει,όταν μιλούσε ακόμα λίγο,να είχε τα πόδια της γερά,να έφευγε να πήγαινε περπατώντας μέχρι το Τεμπλόνι. 

 Τώρα γιαγιακα μου θα πας όσες βόλτες θες. Τώρα που έγινες πουλί και πέταξες,θα δεις από ψηλά όλα τα πέρατα του κόσμου.
Σ'αγαπώ. 
Καλό ταξίδι.